ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΑΣΘΕΝΩΝ

Σύνδρομο Καρπιαίου Σωλήνα (CTS)

Το Σύνδρομο Καρπιαίου Σωλήνα είναι η συχνότερη παγίδευση νεύρου στο άνω άκρο και οφείλεται σε πίεση του μέσου νεύρου μέσα σε έναν στενό ανατομικό «διάδρομο» του καρπού, τον καρπιαίο σωλήνα. Ο καρπιαίος σωλήνας φιλοξενεί τους καμπτήρες τένοντες των δακτύλων και αφορίζεται από τον εγκάρσιο σύνδεσμο του καρπού. Όταν ο χώρος αυτός στενεύει ή αυξάνεται το περιεχόμενό από φλεγμονή/οίδημα, το μέσο νεύρο πιέζεται και εμφανίζονται μουδιάσματα, πόνος και, σε προχωρημένα στάδια, αδυναμία της άκρας χείρας.

Τα συμπτώματα είναι συχνά νυχτερινά και αφορούν κυρίως τον αντίχειρα, τον δείκτη, τον μέσο δάκτυλο και το κερκιδικό ήμισυ του παράμεσου. Πολλοί ασθενείς περιγράφουν ότι «ξυπνούν με μουδιασμένο χέρι» και ανακουφίζονται τινάζοντας το χέρι. Η έγκαιρη διάγνωση έχει σημασία: στις περισσότερες περιπτώσεις η θεραπεία είναι συντηρητική, αλλά όταν υπάρχουν ενδείξεις βλάβης νευρικών ινών ή αποτυχίας συντηρητικής αγωγής, η χειρουργική αποσυμπίεση προσφέρει υψηλά ποσοστά βελτίωσης.

Πίεση μέσου νεύρου Μουδιάσματα (αντίχειρας–μέσος) Νυχτερινά συμπτώματα Δοκιμασίες Phalen / Tinel Ηλεκτρομυογράφημα (EMG/NCV) Νάρθηκας & εργονομία Χειρουργική αποσυμπίεση

Τι είναι το σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα;

Πρόκειται για παγίδευση του μέσου νεύρου στον καρπό, που εκδηλώνεται με αισθητικά συμπτώματα και, σε προχωρημένα στάδια, αδυναμία.

Ο καρπιαίος σωλήνας είναι ένας στενός χώρος στην παλαμιαία επιφάνεια του καρπού. Η «βάση» του σχηματίζεται από τα οστά του καρπού, ενώ η «οροφή» είναι ο εγκάρσιος σύνδεσμος. Μέσα από τον καρπιαίο σωλήνα περνούν:

  • το μέσο νεύρο,
  • οι καμπτήρες τένοντες των δακτύλων.

Όταν αυξηθεί η πίεση στον σωλήνα (οίδημα, τενοντοελυτρίτιδα, κατακράτηση υγρών, ανατομική στένωση), το μέσο νεύρο συμπιέζεται και προκαλείται λειτουργική διαταραχή.

Πόσο συχνό είναι & ποιοι κινδυνεύουν περισσότερο;

Είναι από τα πιο συχνά νευρολογικά προβλήματα του χεριού και εμφανίζεται συχνότερα στη μέση ηλικία.

Η συνολική συχνότητα στον γενικό πληθυσμό εκτιμάται περίπου στο 2–3%. Κορυφώνεται συνήθως μεταξύ 40–60 ετών. Μπορεί να εμφανιστεί σε οποιαδήποτε ηλικία όταν συνυπάρχουν προδιαθεσικοί παράγοντες.

Παράγοντες που αυξάνουν τον κίνδυνο:

  • Κύηση (συχνά υποχωρεί μετά τον τοκετό).
  • Σακχαρώδης διαβήτης.
  • Υποθυρεοειδισμός.
  • Περιφερικές νευροπάθειες (ιδίως καταστάσεις αυξημένης ευαισθησίας σε πίεση, π.χ. HNPP).
  • Επαγγελματική/λειτουργική καταπόνηση με επαναλαμβανόμενες κινήσεις και παρατεταμένη κάμψη/έκταση καρπού (π.χ. πληκτρολόγηση, γραμμή παραγωγής, μουσικοί), ιδιαίτερα σε ψυχρό περιβάλλον.

Πώς προκαλείται – τι ακριβώς συμβαίνει στον καρπό;

Η νόσος είναι αποτέλεσμα αυξημένης πίεσης μέσα σε έναν «κλειστό» χώρο, με συνέπεια ισχαιμία/ερεθισμό του μέσου νεύρου.

Σε πρώιμο στάδιο, η πίεση προκαλεί κυρίως νευραπραξία (λειτουργική διαταραχή λόγω απομυελίνωσης), με αποτέλεσμα να επιβραδύνεται η νευρική αγωγιμότητα. Αν η συμπίεση επιμένει, μπορεί να εμφανιστεί αξονική βλάβη με κλινική αδυναμία και ατροφία στους μύες του θέναρος.

Με απλά λόγια: στην αρχή «μουδιάζει» το χέρι, αργότερα μπορεί να εμφανίσει αδυναμία ο αντίχειρας. Γι’ αυτό η σωστή αξιολόγηση και ο προγραμματισμός θεραπείας είναι κρίσιμα.

Ποια είναι τα τυπικά συμπτώματα και πώς τα αναγνωρίζω;

Τα κλασικά συμπτώματα αφορούν αισθητικές διαταραχές στα δάκτυλα που νευρώνονται από το μέσο νεύρο, συχνά εντονότερες τη νύχτα.

Συχνότερα συμπτώματα:

  • Μουδιάσματα/αιμωδίες σε αντίχειρα, δείκτη, μέσο και κερκιδικό ήμισυ παράμεσου δακτύλου.
  • Νυχτερινή επιδείνωση (ξύπνημα λόγω εμφάνισης συμπτώματων).
  • Αίσθημα «ρεύματος» ή δυσαισθησίες που μπορεί να περιγράφονται ως «κάψιμο».
  • Πόνος στον καρπό/παλάμη που μπορεί να επεκτείνεται στο αντιβράχιο ή έως τον αγκώνα (σπανιότερα πιο κεντρικά).
  • Διαταραχή λεπτών κινήσεων ή πτώση αντικειμένων.

Πόνος στον αυχένα ή συμπτώματα που ακολουθούν καθαρά ριζιτική κατανομή μπορεί να υποδηλώνουν αυχενική ριζοπάθεια ή συνύπαρξη άλλης παθολογίας.

Τι δείχνει η κλινική εξέταση (Phalen, Tinel);

Η κλινική εξέταση αναπαράγει τα συμπτώματα με ειδικές δοκιμασίες, που ενισχύουν τη διάγνωση.

  • Δοκιμασία Tinel: ελαφρά επίκρουση πάνω από τον καρπιαίο σωλήνα μπορεί να προκαλέσει «ηλεκτρικό» αίσθημα/αιμωδίες στα δάκτυλα.
  • Δοκιμασία Phalen: κάμψη του καρπού για ~60 δευτερόλεπτα μπορεί να αναπαράγει τα συμπτώματα.
  • Reverse Phalen: έκταση του καρπού, επίσης μπορεί να προκαλέσει συμπτώματα.
  • Πίεση πάνω στον καρπιαίο σωλήνα: άμεση αναπαραγωγή/επιδείνωση αιμωδιών.

Σε πιο προχωρημένες περιπτώσεις μπορεί να διαπιστωθεί μυϊκή αδυναμία (ιδίως του βραχέος απαγωγού του αντίχειρα) και σε σοβαρού βαθμού CTS να υπάρχει ατροφία θέναρος.

Πότε χρειάζεται ηλεκτρομυογράφημα (EMG/NCV) ή υπέρηχος/MRI;

Οι εξετάσεις επιβεβαιώνουν τη διάγνωση, εκτιμούν τη βαρύτητα και βοηθούν όταν υπάρχει αμφιβολία, ή συνύπαρξη άλλης παγίδευσης περιφερικού νεύρου.

Ηλεκτροδιαγνωστικός έλεγχος (EMG/NCV):

  • Τεκμηριώνει επιβράδυνση αγωγιμότητας του μέσου νεύρου στον καρπιαίο σωλήνα.
  • Βοηθά να εκτιμηθεί αν υπάρχει μόνο απομυελίνωση ή και αξονική απώλεια (βαρύτερη μορφή).
  • Συμβάλλει στη διάκριση από αυχενική ριζοπάθεια ή άλλες παγιδεύσεις, όταν η κλινική εικόνα δεν είναι «καθαρή».

Υπέρηχος μέσου νεύρου: χρήσιμος για εκτίμηση πάχυνσης/οιδήματος του νεύρου και για δυναμική αξιολόγηση.

MRI καρπιαίου σωλήνα δεν απαιτείται συνήθως, αλλά μπορεί να φανεί χρήσιμη σε άτυπες περιπτώσεις ή όταν υπάρχει υποψία κύστης/όγκου ή άλλης σπάνιας ανατομικής αιτίας.

Πώς ξεχωρίζει από αυχενική ριζοπάθεια ή άλλες παγιδεύσεις νεύρων;

Η σωστή διάγνωση βασίζεται στη «χαρτογράφηση» των συμπτωμάτων και στην αξιολόγηση για συνύπαρξη πιεστικών φαινομένων σε διαφορετικό επίπεδο.

Το CTS μπορεί να συνυπάρχει με πιο κεντρικές πιέσεις νεύρων, όπως αυχενική ριζοπάθεια, σύνδρομο θωρακικής εξόδου ή σύνδρομο πρηνιστή (pronator teres). Γενικός κανόνας:

  • Όσο πιο περιφερική είναι η πίεση, τόσο πιο περιορισμένη είναι η κατανομή των συμπτωμάτων (δάκτυλα/παλάμη).
  • Κεντρικές βλάβες δίνουν συχνότερα συμπτώματα που «επεκτείνονται» (αυχένας, ώμος) ή ακολουθούν ριζιτική κατανομή.

Η κλινική εξέταση σε συνδυασμό με EMG/NCV βοηθά να τεκμηριωθεί αν πρόκειται μονάχα για CTS ή «διπλή παγίδευση».

Ποια η ταξινόμηση της βαρύτητας των συμπτωμάτων;

Η βαρύτητα καθορίζει τον κίνδυνο μόνιμης βλάβης και επηρεάζει τον προγραμματισμό της θεραπείας.

  • Ήπιο CTS: διαλείποντα συμπτώματα, κυρίως νυχτερινά, χωρίς ενδείξεις αξονικής βλάβης.
  • Μέτριο CTS: πιο συχνά/σταθερά συμπτώματα, αλλά χωρίς σαφή κλινικά ή ΗΜΓ(EMG) σημεία αξονικής απώλειας.
  • Σοβαρό CTS: κλινικά και/ή ΗΜΓ(EMG) ευρήματα αξονικής απώλειας (π.χ. αδυναμία/ατροφία θέναρος, νευρογενείς αλλοιώσεις στο ΗΜΓ).

Σε σοβαρό CTS, ο στόχος είναι να μην χαθεί πολύτιμος χρόνος, γιατί η παρατεταμένη αξονική βλάβη μπορεί να αφήσει υπολειμματικό έλλειμμα.

Ποια είναι η συντηρητική θεραπεία και πόσο διαρκεί;

Σε ήπιο/μέτριο CTS, η συντηρητική αγωγή είναι συχνά αποτελεσματική και ξεκινά με εργονομία και νάρθηκα.

Συντηρητικά μέτρα:

  • Αποφυγή κινήσεων που προκαλούν συμπτώματα και εργονομικές αλλαγές ώστε ο καρπός να μένει σε ουδέτερη θέση.
  • Νάρθηκας καρπού (κυρίως κατά τη νύχτα) για αρκετές εβδομάδες.
  • Φυσικοθεραπεία/εργοθεραπεία χεριού με πρόγραμμα κινητοποίησης.
  • Αντιφλεγμονώδη μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε επιλεγμένες περιπτώσεις, αλλά οπιοειδή αναλγητικά καλό είναι να αποφεύγονται.

Συνήθως αξιολογούμε την ανταπόκριση σε διάστημα μερικών εβδομάδων. Αν τα συμπτώματα επιμένουν ή επιδεινώνονται, επανεκτιμούμε τη στρατηγική.

Πότε προτείνετε ενέσεις κορτιζόνης στον καρπό;

Η ένεση μπορεί να προσφέρει προσωρινή ανακούφιση και να ενισχύσει τη διάγνωση, χωρίς όμως να αποτελεί πάντα οριστική λύση.

Έγχυση κορτικοστεροειδούς στον καρπιαίο σωλήνα (με σωστή τεχνική ώστε να μην τραυματιστεί το νεύρο) μπορεί:

  • να μειώσει το οίδημα και να δώσει προσωρινή ύφεση συμπτωμάτων,
  • να λειτουργήσει ως «θεραπευτικό τεστ» σε αμφίβολες περιπτώσεις.

Σε περιπτώσεις με αξονική βλάβη ή προχωρημένη ατροφία, η ένεση σπάνια αρκεί ως θεραπευτική λύση και δεν θα πρέπει να καθυστερεί την ενδεδειγμένη χειρουργική αποσυμπίεση.

Πότε χρειάζεται χειρουργείο και τι περιλαμβάνει η επέμβαση;

Χειρουργική αποσυμπίεση προτείνεται όταν αποτυγχάνει η συντηρητική αγωγή ή όταν υπάρχουν ενδείξεις βαρύτερης νευρικής βλάβης.

Ενδείξεις για χειρουργείο:

  • Σοβαρό CTS με κλινικά/ηλεκτροδιαγνωστικά σημεία αξονικής απώλειας.
  • Επίμονα συμπτώματα που δεν βελτιώνονται με επαρκή συντηρητική θεραπεία.
  • Προοδευτική αδυναμία ή ατροφία θέναρος.

Η επέμβαση είναι αποσυμπίεση του μέσου νεύρου με διατομή του εγκάρσιου συνδέσμου (carpal tunnel release). Μπορεί να γίνει:

  • με ανοικτή τεχνική, ή
  • με ενδοσκοπικά υποβοηθούμενη τεχνική, σε επιλεγμένες περιπτώσεις.

Στόχος είναι η πλήρης διατομή του συνδέσμου και η προστασία των νευρικών κλάδων του μέσου νεύρου, ιδιαίτερα του παλίνδρομου κινητικού κλάδου που νευρώνει τους μύες του θέναρος.

Τι να περιμένω μετά τη θεραπεία – πρόγνωση, ανάρρωση & συχνές ερωτήσεις;

Η πρόγνωση είναι συνήθως εξαιρετική. Η έγκαιρη αποσυμπίεση προλαμβάνει μόνιμες νευρικές βλάβες και αποκαθιστά τη λειτουργικότητα.

Πόσο αποτελεσματική είναι η θεραπεία;

Στις ήπιες–μέτριες μορφές, η συντηρητική θεραπεία βοηθά σημαντικό ποσοστό ασθενών. Η χειρουργική αποσυμπίεση έχει συνήθως πολύ υψηλά ποσοστά βελτίωσης και οι περισσότεροι ασθενείς αναφέρουν σαφή ύφεση των αιμωδιών.

Πότε θα επανέλθω στις δραστηριότητές μου;

Μετά το χειρουργείο ενθαρρύνεται ήπια πρώιμη κινητοποίηση δακτύλων/καρπού, ώστε να διευκολυνθεί η «κινητικότητα» του νεύρου στο καρπό. Συνήθως η επάνοδος στις καθημερινές δραστηριότητες γίνεται σταδιακά, με στόχο τη πλήρη λειτουργική επάνοδο σε περίπου 2–3 μήνες από το χειρουργείο, ανάλογα με το επάγγελμα και τη βαρύτητα της βλάβης.

Αν υπάρχει ατροφία θέναρος, επανέρχεται;

Η αποκατάσταση εξαρτάται από το πόσο καιρό υπάρχει αξονική βλάβη. Η αποσυμπίεση αποτρέπει περαιτέρω επιδείνωση, αλλά η πλήρης επάνοδος μυϊκού όγκου/ισχύος μπορεί να είναι αργή ή και ατελής σε προχωρημένα στάδια.

Πότε πρέπει να σκεφτώ ότι δεν πρόκειται για σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα;
  • Όταν τα συμπτώματα συνοδεύονται από έντονο αυχενικό πόνο ή ριζιτική κατανομή.
  • Όταν τα μουδιάσματα είναι «άτυπα» ή δεν ταιριάζουν με κατανομή μέσου νεύρου.
  • Όταν υπάρχουν ενδείξεις για άλλη παγίδευση ή νευροπάθεια (π.χ. διαβητική).

Στη Neuroknife, η αξιολόγηση γίνεται με δομημένο πρωτόκολλο: λεπτομερές ιστορικό (νυχτερινά συμπτώματα, εργονομία, συνοδά νοσήματα), κλινική εξέταση (Phalen/Tinel, μυϊκή ισχύς, αισθητικότητα), και, όπου χρειάζεται, EMG/NCV για τεκμηρίωση βαρύτητας και αποκλεισμό συνυπάρχουσας παθολογίας, ώστε η θεραπεία να είναι στοχευμένη, ασφαλής και εξατομικευμένη.

Πότε να ζητήσετε εξειδικευμένη εκτίμηση;

Αν έχετε νυχτερινά μουδιάσματα στα δάκτυλα, πόνο στον καρπό, ή παρατηρείτε αδεξιότητα/αδυναμία στο χέρι, ειδικά όταν τα συμπτώματα επιμένουν ή επιδεινώνονται, είναι σημαντικό να γίνει αξιολόγηση. Σε παρουσία ατροφίας θέναρος, συνεχών αισθητικών συμπτωμάτων ή ηλεκτρομυογραφήματος με αξονική απώλεια, η έγκαιρη αντιμετώπιση είναι κρίσιμη.

Στη Neuroknife προσφέρουμε πλήρη εκτίμηση και σαφή πλάνο θεραπείας, από συντηρητική αγωγή και εργονομικές παρεμβάσεις έως ελάχιστα επεμβατική χειρουργική αποσυμπίεση, με στόχο την ασφαλή αποκατάσταση της λειτουργικότητας.

Κλείστε ραντεβού ή ζητήστε δεύτερη γνώμη

Κλείστε Ραντεβού Επικοινωνία