ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΑΣΘΕΝΩΝ

Όγκοι Επίφυσης

Οι όγκοι της επίφυσης, συμπεριλαμβανομένης της οπίσθιας 3ης κοιλίας του εγκεφάλου, αποτελούν σχετικά σπάνιες βλάβες. Οι εξεργασίες της περιοχής είναι ιδιαίτερα σημαντικές επειδή βρίσκονται κοντά σε κρίσιμες ανατομικές δομές, όπως ο υδραγωγός του Sylvius, το τετράδυμο πέταλο του εγκεφάλου και οι εν τω βάθει φλεβικές αγγειακές δομές. Η κλινική τους σημασία σχετίζεται συχνότερα με απόφραξη της ροής του εγκεφαλονωτιαίου υγρού (ΕΝΥ) και εμφάνιση συνοδού υδροκεφαλίας, όπως επίσης διαταραχή των ορμονικών λειτουργιών.

Στην πράξη, το πιο σημαντικό για τις βλάβες της επίφυσης είναι το να μπορέσουμε να απαντήσουμε μεθοδικά: πρόκειται για όγκο που θεραπεύεται κυρίως με φάρμακα ή ακτινοθεραπεία; χρειάζεται ιστολογική διάγνωση; υπάρχει οξεία υδροκεφαλία που θα χρειαστεί επείγουσα αντιμετώπιση; Οι απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα καθορίζουν το εάν έχει θεραπευτική προτεραιότητα η ενδοσκοπική προσπέλαση για λήψη βιοψίας, είτε η ανοικτή χειρουργική αφαίρεση της βλάβης.

Συχνό: υδροκεφαλία από απόφραξη υδραγωγού Σύνδρομο Parinaud (διαταραχή άνω βλέμματος) MRI πρωτόκολλο + CT για επασβεστώσεις Δείκτες αιματολογικοί/ΕΝΥ: (AFP, β-HCG, PLAP) Neuroknife: ελάχιστα επεμβατική διάγνωση Πολυεπιστημονική προσέγγιση (νευροογκολογία/ακτινοθεραπευτική)

Τι είναι οι όγκοι επίφυσης και γιατί έχουν σημασία;

Η επίφυση είναι ένας μικρός ανατομικός σχηματισμός, ωστόσο η περιοχή στην οποία εντοπίζεται χαρακτηρίζεται από στενή ανατομική γειτνίαση με κρίσιμες δομές, γεγονός που καθιστά ακόμη και καλοήθεις βλάβες κλινικά σημαντικές.

Η επίφυση εντοπίζεται ακριβώς στο οπίσθιο τμήμα της τρίτης κοιλίας του εγκεφάλου, πάνω από το μέσο εγκέφαλο και σε στενή ανατομική σχέση με σημαντικές φλεβικές δομές. Όταν αναπτύσσεται μάζα στην περιοχή, το συχνότερο κλινικό πρόβλημα δεν σχετίζεται με την ιστολογική φύση της βλάβης, αλλά με τη μηχανική απόφραξη της ροής του εγκεφαλονωτιαίου υγρού (ΕΝΥ) στον υδραγωγό, με αποτέλεσμα την ανάπτυξη συνοδού υδροκεφαλίας. Επιπλέον, η πίεση στο τετράδυμο πέταλο μπορεί να οδηγήσει σε διαταραχές οφθαλμοκινητικότητας.

Σημαντικό για τον ασθενή: Στους όγκους της επίφυσης, η επιλογή της κατάλληλης θεραπείας προϋποθέτει ακριβή διάγνωση. Σε πολλές περιπτώσεις, η αρχική προσέγγιση δεν είναι το ανοικτό χειρουργείο, αλλά ο ασφαλής έλεγχος της υδροκεφαλίας, η διερεύνηση με κατάλληλους βιολογικούς δείκτες και, όταν ενδείκνυται, η λήψη βιοψίας.

Με τι συμπτώματα εμφανίζονται συνήθως;

Τα συμπτώματα στους όγκους της επίφυσης καθορίζονται κυρίως από την ανατομική εντόπιση της βλάβης. Η προσβολή του υδραγωγού οδηγεί σε υδροκεφαλία, ενώ η πίεση στο τετράδυμο πέταλο μπορεί να προκαλέσει διαταραχές οφθαλμοκινητικότητας, συμπεριλαμβανομένου του συνδρόμου Parinaud.

Οι πιο συχνές εκδηλώσεις είναι:

  • Κεφαλαλγία (συχνά προοδευτική), ναυτία/έμετοι, υπνηλία — τυπικά σημεία υδροκεφαλίας/αυξημένης ενδοκράνιας πίεσης.
  • Θάμβος όρασης ή διπλωπία, ιδιαίτερα όταν συνυπάρχει οίδημα οπτικών θηλών.
  • Σύνδρομο Parinaud: πάρεση άνω βλέμματος, διαταραχές κόρης (light-near dissociation), νυσταγμός.
  • Σπανιότερα: συμπτώματα πίεσης εγκεφαλικού στελέχους, αστάθεια βάδισης, διαταραχές ισορροπίας.
Επείγον: αιφνίδια επιδείνωση της κεφαλαλγίας, επαναλαμβανόμενοι έμετοι, υπνηλία ή σύγχυση, νέα εμφάνιση διπλωπίας ή έντονη αστάθεια βάδισης. Τα συμπτώματα αυτά μπορεί να υποδηλώνουν οξεία επιδείνωση του υδροκεφάλου και απαιτούν άμεση νευροχειρουργική αντιμετώπιση σε εξειδικευμένο κέντρο θεραπείας, όπως η κλινική Neuroknife.

Διάγνωση: MRI/CT, δείκτες αίματος & ΕΝΥ

Στόχος είναι η ταχεία και ασφαλής διάγνωση, με την αποφυγή άσκοπων χειρουργικών επεμβάσεων στις περιπτώσεις όπου η βέλτιστη θεραπεία είναι μη χειρουργική.

Η απεικονιστική εξέταση εκλογής είναι η μαγνητική τομογραφία (MRI) εγκεφάλου με σκιαγραφικό. Η αξονική τομογραφία (CT) εγκεφάλου παραμένει ιδιαίτερα χρήσιμη για την ανάδειξη επασβεστώσεων και την εκτίμηση οξέος υδροκεφάλου.

Ιδιαίτερα σε παιδιά, εφήβους και νεαρούς ενήλικες, η διαγνωστική προσέγγιση περιλαμβάνει συχνά τον έλεγχο βιολογικών δεικτών στο αίμα και το εγκεφαλονωτιαίο υγρό (ΕΝΥ):

  • AFP, β-HCG, PLAP (και κατά περίπτωση επιπλέον δείκτες).
  • Οι βιολογικοί δείκτες μπορούν να κατευθύνουν με σαφήνεια προς τη διάγνωση όγκων γεννητικών κυττάρων, και ειδικότερα γερμινώματος, στο οποίο η θεραπεία εκλογής είναι η ακτινοθεραπεία.

Όταν υπάρχει υποψία διασποράς του όγκου μέσω του εγκεφαλονωτιαίου υγρού (π.χ. σε ορισμένους κακοήθεις τύπους), μπορεί να απαιτηθεί μαγνητική τομογραφία της σπονδυλικής στήλης για σταδιοποίηση, καθώς και προσεκτική αξιολόγηση για παρουσία λεπτομηνιγγικής νόσου.

Η προσέγγιση μας στη Neuroknife

Η θεραπευτική στρατηγική δεν είναι ενιαία για όλους τους ασθενείς. Στους όγκους της επίφυσης, η σωστή αλληλουχία των διαγνωστικών και θεραπευτικών ενεργειών είναι καθοριστική για την ασφάλεια του ασθενούς.

Στη Neuroknife εφαρμόζουμε μια σαφή και δομημένη λογική λήψης θεραπευτικών αποφάσεων:

Όταν υπάρχει υδροκεφαλία, προτεραιότητα μας είναι η αποσυμφόρηση και η αποκατάσταση της ροής του εγκεφαλονωτιαίου υγρού.
Όταν υπάρχουν θετικοί διαγνωστικοί βιολογικοί δείκτες (AFP, β-HCG, PLAP) που καθορίζουν με σαφήνεια τη διάγνωση γερμινώματος, αποφεύγεται η άσκοπη ανοικτή χειρουργική εξαίρεση.
Όταν η ιστολογική επιβεβαίωση είναι απαραίτητη, επιλέγεται η λιγότερο επεμβατική και ταυτόχρονα ασφαλέστερη μέθοδος για τη λήψη βιοψίας.

Επιπλέον, η απόφαση για τον κατάλληλο χρονισμό της χειρουργικής επέμβασης βασίζεται στη νευρολογική εικόνα του ασθενούς, τον βαθμό υδροκεφαλίας, τα ευρήματα της οφθαλμολογικής εξέτασης, καθώς και τη δυνατότητα συνδυασμού, σε ένα ενιαίο στάδιο, ενδοσκοπικής τρίτης κοιλιοστομίας (ETV), λήψης εγκεφαλονωτιαίου υγρού (ΕΝΥ) και διαγνωστικής βιοψίας, όπου αυτό είναι ασφαλές και τεχνικά εφικτό.

Σημαντικό: κάθε θεραπευτική επιλογή (ενδοσκοπική τρίτη κοιλιοστομία, παροχέτευση με shunt, βιοψία ή ανοικτή χειρουργική εξαίρεση) μπορεί να επηρεάσει τη μετέπειτα χειρουργική πρόσβαση και τις διαθέσιμες επιλογές. Για τον λόγο αυτό, ο σχεδιασμός γίνεται εξαρχής με μακροπρόθεσμο θεραπευτικό ορίζοντα, και όχι με γνώμονα μόνο το άμεσο επόμενο βήμα.

Πότε χρειάζεται επείγουσα αντιμετώπιση;

Το πλέον κρίσιμο σενάριο είναι η οξεία επιδείνωση της υδροκεφαλίας ή η συμπίεση του εγκεφαλικού στελέχους, καταστάσεις που απαιτούν άμεση αναγνώριση και ταχεία αντιμετώπιση.

Επείγουσα νευροχειρουργική εκτίμηση απαιτείται όταν υπάρχουν σημεία αυξημένης ενδοκράνιας πίεσης (επίμονη κεφαλαλγία, έμετοι, υπνηλία) ή παρατηρείται ταχεία επιδείνωση της νευρολογικής κατάστασης ή της όρασης. Σε αυτές τις περιπτώσεις, ο άμεσος στόχος είναι η ταχεία αποσυμφόρηση και η διασφάλιση της νευρολογικής λειτουργίας και ασφάλειας του ασθενούς.

Πρακτική προσέγγιση: σε ύποπτη ή επιβεβαιωμένη υδροκεφαλία, γίνεται άμεση αξιολόγηση για το αν η καταλληλότερη επιλογή είναι η ενδοσκοπική τρίτη κοιλιοστομία (ETV) — όταν αυτό είναι ανατομικά εφικτό — ή η τοποθέτηση εξωτερικού συστήματος παροχέτευσης, πάντα μέσα σε οργανωμένο νευροχειρουργικό περιβάλλον υπό στενή κλινική παρακολούθηση.

Τύποι όγκων περιοχής επίφυσης

Παρόμοια εικόνα στις απεικονίσεις με μαγνητική τομογραφία εγκεφάλου μπορεί να αντιστοιχεί σε διαφορετικές παθολογίες, για τον λόγο αυτό η θεραπευτική απόφαση δεν βασίζεται αποκλειστικά και μόνο στην απεικόνιση με MRI.

Συνοπτικά, στην περιοχή της επίφυσης μπορεί να συναντώνται:

  • Όγκοι γεννητικών κυττάρων (π.χ. γερμίνωμα και μη γερμινωματώδεις τύποι), οι οποίοι συχνά απαιτούν έλεγχο βιολογικών δεικτών (AFP, β-HCG, PLAP) και αντιμετωπίζονται κυρίως με ακτινοθεραπεία και/ή χημειοθεραπεία.
  • Όγκοι παρεγχύματος της επίφυσης (π.χ. επιφυσιοκύττωμα, επιφυσιοβλάστωμα), στους οποίους η χειρουργική εξαίρεση μπορεί να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο, ανάλογα με την επιθετικότητα και την έκταση της νόσου.
  • Μεταστατικές βλάβες ή άλλες μάζες της οπίσθιας τρίτης κοιλίας, όπου σε μεγαλύτερες ηλικίες απαιτείται πάντοτε αξιολόγηση του συνολικού ογκολογικού προφίλ του ασθενούς.
  • Κύστεις της επίφυσης, οι οποίες αποτελούν συχνό απεικονιστικό εύρημα. Είναι συνήθως καλοήθεις και παραμένουν σταθερές στο χρόνο. Χειρουργική αντιμετώπιση ενδείκνυται μόνο όταν είναι συμπτωματικές, παρουσιάζουν αύξηση μεγέθους ή προκαλούν υδροκεφαλία.

Το καθοριστικό στοιχείο είναι να εκτιμηθεί εάν η βλάβη αποτελεί πρωτίστως χειρουργικά αντιμετωπίσιμη ή κυρίως μη χειρουργική νόσο. Η διάκριση αυτή καθορίζει τη σωστή θεραπευτική πορεία και συμβάλλει στην αποφυγή περιττών κινδύνων.

Υδροκεφαλία: ETV vs shunt — τι επιλέγουμε και γιατί

Η υδροκεφαλία αποτελεί ένα από τα συχνότερα και κλινικά σημαντικότερα προβλήματα στην περιοχή της επίφυσης. H σωστή αρχική αντιμετώπιση επηρεάζει ουσιαστικά τη μετέπειτα θεραπευτική στρατηγική.

Όταν ένας όγκος της επίφυσης προκαλεί απόφραξη του υδραγωγού, μπορεί να αναπτυχθεί αποφρακτική υδροκεφαλία. Οι δύο βασικές θεραπευτικές επιλογές είναι:

  • Ενδοσκοπική τρίτη κοιλιοστομία (ETV), η οποία δημιουργεί εναλλακτική οδό ροής του εγκεφαλονωτιαίου υγρού. Σε κατάλληλη ανατομία είναι ιδιαίτερα αποτελεσματική και μπορεί να συνδυαστεί με λήψη ΕΝΥ και διαγνωστική βιοψία.
  • Παράκαμψη εγκεφαλονωτιαίου υγρού (shunt), μια αξιόπιστη θεραπευτική επιλογή, ιδίως όταν η ενδοσκοπική τρίτη κοιλιοστομία (ETV) δεν είναι ανατομικά εφικτή ή δεν αναμένεται να προσφέρει επαρκή ανακούφιση από τα συμπτώματα.
Πώς αποφασίζουμε: Όταν το ανατομικό παράθυρο είναι κατάλληλο και δεν συντρέχουν αντενδείξεις, συχνά προτιμάται η ενδοσκοπική τρίτη κοιλιοστομία (ETV). Αντίθετα, όταν είτε η ανατομία είτε η κλινική κατάσταση δεν το επιτρέπουν, επιλέγεται παράκαμψη ΕΝΥ (shunt), με προσεκτικό σχεδιασμό της συνολικής θεραπευτικής πορείας και των επόμενων βημάτων.

Και στις δύο περιπτώσεις, δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στην πρόληψη των επιπλοκών (όπως λοίμωξη, αιμορραγία ή δυσλειτουργία του συστήματος), καθώς και τον σαφή καθορισμό πλάνου μετεπεμβατικής παρακολούθησης ύστερα από την αποσυμφόρηση του υδροκεφάλου.

Βιοψία: πότε, πώς και τι αποφεύγουμε

Σε αρκετούς όγκους της επίφυσης, η θεραπευτική στρατηγική καθορίζεται από την ιστολογική διάγνωση. Η βασική πρόκληση είναι η λήψη αντιπροσωπευτικού ιστού με τον ελάχιστο δυνατό κίνδυνο για τον ασθενή.

Η βιοψία ενδείκνυται όταν οι βιολογικοί δείκτες δεν είναι διαγνωστικοί, όταν η απεικόνιση δεν επαρκεί ή όταν η θεραπευτική στρατηγική αναμένεται να διαφοροποιηθεί ουσιαστικά ανάλογα με την ιστολογική διάγνωση. Η επιλεγόμενη προσέγγιση στοχεύει στη λήψη ιστού με τη μέγιστη δυνατή ασφάλεια και ελαχιστοποίηση του κινδύνου τραυματισμού των εν τω βάθει φλεβικών δομών και του εγκεφαλικού στελέχους.

Τι αποφεύγουμε: εκτεταμένη ανοικτή χειρουργική εξαίρεση χωρίς σαφή ένδειξη, όταν μια πιο περιορισμένη προσπέλαση (όπως ενδοσκοπική τρίτη κοιλιοστομία ή βιοψία) μπορεί να εξασφαλίσει διάγνωση και να κατευθύνει τη θεραπεία με μεγαλύτερη ασφάλεια.

Κατά τη διενέργεια διαγνωστικής βιοψίας, χρησιμοποιούνται διεγχειρητικά εργαλεία νευροπλοήγησης με στόχο τη μέγιστη χειρουργική ακρίβεια και σεβασμό των κρίσιμων γειτονικών ανατομικών δομών.

Χειρουργική εξαίρεση: προσπελάσεις και ασφάλεια

Η ανοικτή χειρουργική στην περιοχή της επίφυσης αποτελεί υψηλής εξειδίκευσης χειρουργική εν τω βάθει εγκεφαλικών δομών, που απαιτεί λεπτομερή γνώση σύνθετης νευροαγγειακής ανατομίας. Στην Neuroknife, η επιλογή της κατάλληλης χειρουργικής προσπέλασης δεν είναι ποτέ τυποποιημένη, αλλά εξατομικεύεται πλήρως με βάση τα απεικονιστικά ευρήματα, τη σχέση της βλάβης με κρίσιμες ανατομικές δομές, τον θεραπευτικό στόχο, όπως επίσης καθορίζεται από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του κάθε περιστατικού.

Οι δύο κλασικές χειρουργικές προσπελάσεις στην περιοχή της επίφυσης είναι:

  • Υπερπαρεγκεφαλιδική–υποσκηνίδια προσπέλαση (supracerebellar infratentorial), η οποία συχνά αποτελεί ιδανική επιλογή όταν το σκηνίδιο έχει σχετικά οριζόντια κλίση και παρέχεται επαρκής χειρουργικός διάδρομος προς την επίφυση.
  • Ινιακή προσπέλαση δια του σκηνιδίου (occipital transtentorial), χρήσιμη σε περιπτώσεις όπου η γωνία του σκηνιδίου ή η συνολική ανατομία απαιτούν διαφορετική οπτική και προσπέλαση προς την οπίσθια τρίτη κοιλία.

Η ασφάλεια της επέμβασης εξαρτάται από τη διατήρηση κρίσιμων ανατομικών δομών, όπως η φλέβα του Γαληνού, οι έσω εγκεφαλικές φλέβες, οι βασικές φλέβες του Rosenthal, καθώς και τα όρια του εγκεφαλικού στελέχους και του θαλάμου. Σε περιπτώσεις στενής προσκόλλησης του όγκου, ο χειρουργικός στόχος παραμένει η μέγιστη ασφαλής εκτομή και όχι απαραίτητα η επιθετική εκτεταμένη αφαίρεση.

Η φιλοσοφία μας στη Neuroknife: το ογκολογικό αποτέλεσμα έχει ουσιαστική σημασία μόνο όταν συνοδεύεται από διατήρηση της λειτουργικότητας και ποιότητας ζωής του ασθενούς. Σε επιλεγμένες ιστολογίες, η υφολική εκτομή σε συνδυασμό με σωστά σχεδιασμένη συμπληρωματική θεραπεία (ακτινοθεραπεία ή/και χημειοθεραπεία), μπορεί να αποτελεί το ασφαλέστερο και ορθολογικότερο θεραπευτικό μονοπάτι μακροπρόθεσμα.

Ακτινοθεραπεία / Χημειοθεραπεία: πότε έχουν τον πρώτο ρόλο

Σε αρκετούς όγκους της επίφυσης, η θεραπευτική επιλογή πρώτης γραμμής δεν είναι η ανοικτή χειρουργική εξαίρεση, αλλά η εφαρμογή της κατάλληλης ογκολογικής στρατηγικής, βάσει ιστολογίας και βιολογικής συμπεριφοράς.

Για παράδειγμα, τα γερμινώματα αντιμετωπίζονται πρωτίστως ως μη-χειρουργική νόσος, με εξαιρετικά ποσοστά ελέγχου μέσω ακτινοθεραπείας και συνδυασμό χημειοθεραπείας, σε ορισμένα θεραπευτικά πρωτόκολλα. Αντίστοιχα, οι μη γερμινωματώδεις όγκοι γεννητικών κυττάρων (NGGCT) συχνά απαιτούν συνδυασμό χημειοθεραπείας και κρανιοσπονδυλικής ακτινοθεραπείας, με τη χειρουργική θεραπεία να έχει ιδιαίτερο ρόλο κυρίως στην αφαίρεση της υπολειμματικής νόσου, όπου αυτό ενδείκνυται.

Για τον λόγο αυτό, η ακριβής διάγνωση — μέσω βιολογικών δεικτών και διαγνωστικής βιοψίας — είναι καθοριστικής σημασίας, καθώς επιτρέπει την επιλογή κατάλληλης θεραπείας προσαρμοσμένης στην ιδιαίτερη βιολογία του όγκου και συμβάλλει στην αποφυγή περιττών χειρουργικών επεμβάσεων.

Ανάρρωση και αποκατάσταση

Η παρακολούθηση δεν είναι τυποποιημένη, αλλά εξατομικεύεται με βάση τη διάγνωση, τις θεραπείες που έχουν προηγηθεί και τον κίνδυνο υποτροπής της νόσου ή γενικευμένης διασποράς.

Μετά την αρχική αντιμετώπιση, καθορίζεται σαφές και εξατομικευμένο πλάνο που περιλαμβάνει κλινική παρακολούθηση, επαναληπτικές μαγνητικές τομογραφίες και αξιολόγηση πιθανών οφθαλμολογικών διαταραχών. Όπου απαιτείται, εντάσσεται και οργανωμένος ογκολογικός επανέλεγχος, με αξιολόγηση βιολογικών δεικτών και εκτίμηση της θεραπευτικής ανταπόκρισης. Σε περιπτώσεις συνοδού υδροκεφαλίας, παρακολουθείται συστηματικά η λειτουργικότητα της ενδοσκοπικής τρίτης κοιλιοστομίας (ETV) ή του συστήματος παροχέτευσης ΕΝΥ (shunt).

Τυποποιημένη έναντι εξατομικευμένης παρακολούθησης: σε καλοήθεις και σταθερές βλάβες μπορεί να αρκεί ένα αραιότερο πρόγραμμα επανελέγχου. Αντίθετα, σε κακοήθεις παθολογίες, το πλάνο παρακολούθησης είναι αυστηρότερο και οργανώνεται μέσα σε πολυεπιστημονικό πλαίσιο.

Συχνές ερωτήσεις (FAQ)

Ποια είναι τα “ανησυχητικά” συμπτώματα σε όγκο περιοχής επίφυσης;

Επίμονη ή ταχέως επιδεινούμενη κεφαλαλγία με ναυτία ή εμέτους, υπνηλία ή σύγχυση, αιφνίδια εμφάνιση διπλωπίας ή δυσκολία στο άνω βλέμμα μπορεί να υποδηλώνουν επιδείνωση της υδροκεφαλίας ή πίεση σε κρίσιμες νευροανατομικές δομές. Σε παρουσία τέτοιων συμπτωμάτων απαιτείται άμεση νευροχειρουργική αξιολόγηση.

Χρειάζεται πάντοτε χειρουργείο για τους όγκους επίφυσης;

Όχι. Αρκετοί όγκοι της περιοχής της επίφυσης, ιδιαίτερα όγκοι γεννητικών κυττάρων όπως το γερμίνωμα, αντιμετωπίζονται πρωτίστως με ακτινοθεραπεία και/ή χημειοθεραπεία. Καθοριστικό στοιχείο είναι η ακριβής διάγνωση, μέσω ελέγχου βιολογικών δεικτών στο αίμα και στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό (ΕΝΥ) και, όταν απαιτείται, διαγνωστικής βιοψίας, ώστε να επιλεγεί η καταλληλότερη και ασφαλέστερη θεραπευτική στρατηγική.

Τι είναι το ETV και πότε αυτό προτιμάται;

Η ενδοσκοπική τρίτη κοιλιοστομία (ETV) είναι τεχνική που δημιουργεί εναλλακτική οδό ροής του εγκεφαλονωτιαίου υγρού, αντιμετωπίζοντας την αποφρακτική υδροκεφαλία. Όταν η ανατομία είναι κατάλληλη, αποτελεί συχνά την προτιμητέα επιλογή και μπορεί να συνδυαστεί με λήψη ΕΝΥ και διαγνωστική βιοψία.

Γιατί χρειάζονται οι βιολογικοί δείκτες (AFP, β-HCG, PLAP);

Οι βιολογικοί δείκτες στο αίμα και το εγκεφαλονωτιαίο υγρό μπορούν να μας κατευθύνουν με ακρίβεια προς συγκεκριμένες ιστολογικές οντότητες, όπως οι όγκοι γεννητικών κυττάρων. Αυτό είναι καθοριστικής σημασίας, καθώς σε αυτές τις περιπτώσεις η θεραπεία είναι συχνά πρωτίστως μη χειρουργική, επιτρέποντας την αποφυγή άσκοπης ανοικτής χειρουργικής επέμβασης.

Τι πρέπει να ρωτήσω κατά την εκτίμησή μου στη Neuroknife;
  • Υπάρχει υδροκεφαλία ή κίνδυνος απόφραξης του υδραγωγού;
  • Υπάρχουν απεικονιστικά χαρακτηριστικά στη μαγνητική ή αξονική τομογραφία που κατευθύνουν προς συγκεκριμένη διάγνωση;
  • Απαιτείται έλεγχος βιολογικών δεικτών στο αίμα ή το εγκεφαλονωτιαίο υγρό (AFP, β-HCG, PLAP);
  • Είναι αναγκαία η διαγνωστική βιοψία;
  • Ποιο είναι το καταλληλότερο αρχικό θεραπευτικό βήμα: ενδοσκοπική τρίτη κοιλιοστομία (ETV), παράκαμψη (shunt), βιοψία ή χειρουργική εξαίρεση;
  • Ποιο είναι το ενδεδειγμένο πλάνο θεραπείας και παρακολούθησης με βάση την τελική ιστολογική διάγνωση;

Πότε χρειάζεστε εξειδικευμένη εκτίμηση για όγκο επίφυσης;

Αν έχετε διαγνωστεί με μάζα στην περιοχή της επίφυσης ή της οπίσθιας τρίτης κοιλίας σε μαγνητική ή αξονική τομογραφία, ή όταν υπάρχουν συμπτώματα που υποδηλώνουν υδροκεφαλία, είναι κρίσιμη η έγκαιρη και εξειδικευμένη νευροχειρουργική αξιολόγηση. Στη Neuroknife, στόχος μας είναι να καθοριστεί με ακρίβεια εάν προέχει η αποκατάσταση της ροής του ΕΝΥ, η ιστολογική τεκμηρίωση μέσω βιοψίας ή η διαμόρφωση ενός ολοκληρωμένου πλάνου χειρουργικής και ογκολογικής θεραπείας, προσαρμοσμένου στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του κάθε περιστατικού.

Κλείστε ραντεβού / Ζητήστε δεύτερη γνώμη